Ζωή Λάσκαρη: “O εχθρός είμαστε μόνο εμείς”

Η Ζωή Λάσκαρη δε χρειάζεται συστάσεις. Τιμά το Outnow, σε μια συζήτηση εφ΄ όλης της ύλης. Τελειώνοντας τη κουβέντα μαζί της, γνώριζα πως ήμουν πλέον “πλουσιότερος”… Τα “Ωραία Χρόνια” του Πίντερ, παρουσιάζετε σε σκηνοθεσία Σαπιρο, για δεύτερη χρονιά, στο θέατρο σας, στην ΑΘΗΝΑΙΔΑ. Ποιά συστατικά θεωρείτε πως οδήγησαν αυτό το σπουδαίο κείμενο του Πίντερ, να γίνει επιτυχημένη παράσταση και να πάρει το “πράσινο φως” και για δεύτερη χρονιά; Τίποτα περισσότερο από την ανάγκη μου να ανακαλύψω ξανά το κείμενο. Όσο περνούσε ο καιρός, τόσο μπόλιαζε και ωρίμαζε μέσα μου ο λόγος του Πίντερ. Επιπλέον η προηγούμενη σεζόν ξεκίνησε για εμάς πολύ αργά, Ιανουάριο και δεν δόθηκε χρονικά η ευκαιρία να ωριμάσει το έργο. Να κυλήσει, που λέμε. Μαζί σας και φέτος η Βέρα Κρούσκα, ενώ προστίθεται στη παρέα σας, ο Βασίλης Βασιλάκης, ηθοποιός του Κουν. Τι έχετε εκτιμήσει σε αυτούς του δύο συνοδοιπόρους σας, στο φετινό θεατρικό ταξίδι, όπως ξεκίνησε από τις πρόβες; Πρόκειται για δυο εξαιρετικούς ανθρώπους. Με την Βέρα συνεργαζόμαστε για πρώτη φορά. Είναι ένα κορίτσι με μεγάλο ταλέντο και μεγάλη καρδιά. Όλο αυτό τον καιρό μαζί της έχω περάσει μερικές από τις πιο όμορφες στιγμές της θεατρικής μου καριέρας. Ο Βασίλης είναι ένα μεγάλο κεφάλαιο του ελληνικού θεάτρου. Έκανε την προηγούμενη σεζόν δυο εξαιρετικές δουλειές στο θέατρο μου, την «Ασκητική» και το «Ήλιος με δόντια». Δεν σου κρύβω πως όταν τον πρωτοείδα είπα μέσα μου, με αυτόν θέλω να συνεργαστώ. Και να που το έφερε το πράγμα έτσι και είμαστε μαζί στη σκηνή. Δεν υπάρχει τίποτα χειρότερο, από την απώλεια της μνήμης. Τα “Ωραία Χρόνια” μας το δείχνουν με το πιο ευρηματικό τρόπο. Αλήθεια, σας έχει απασχολήσει το ενδεχόμενο απώλειας της προσωπικής μνήμης; Μια γυναίκα σαν εσάς, που έζησε και τρεις ζωές σε μία, πως μπορεί να κρατά σα φυλαχτό τα πάντα, στο νου και τη καρδιά, όσο περνάνε τα χρόνια; Μου θύμισες τον Γιάννη Ξανθούλη. Όταν είχε έρθει στην «Ρόουζ» μου είχε πει, “Ζωή η μεγαλύτερη απώλεια για έναν άνθρωπο είναι η απώλεια της μνήμης”. Σκέψου το Γιώργο, να μην θυμάσαι ό, τι αποτελεί το προσωπικό σου οπλοστάσιο. Ζω έντονα ακριβώς γι’ αυτό. Για να μην χάσω την επαφή μου με τις μνήμες μου. Η αγάπη δεν εξατμίζεται. Το θέμα είναι να έχεις αγαπηθεί πολύ και κυρίως να έχεις αγαπήσει. Και οι μνήμες αυτές οι δικές μου είναι όλες γεμάτες αγάπη. Προσεύχομαι καθημερινά να μου δίνει δύναμη η Παναγιά για να μπορώ να αγαπώ, με τον τρόπο που πάντα αγαπούσα. Δίχως δεύτερες σκέψεις. Το θέατρο είναι πάντα η πρώτη φορά”, μου είχατε πει σε παλαιότερη κουβέντα μας. “Δεν τίθεται θέμα πείρας και εμπειρίας χρόνων στο σανίδι”….αισθάνεστε πως νεότεροι συνάδελφοί σας, μέσα από τις θεατρικές δουλειές τους, λειτουργούν με τον ίδιο τρόπο; Ή μήπως το “άγραφο χαρτί”, “μουντζουρώνει” ο κομπασμός μεγάλων επιτυχιών που έχουν από πολύ νωρίς; Δεν ξέρω πώς αισθάνονται οι νεότεροι συνάδελφοι μου. Αυτό θα στο απαντήσουν εκείνοι. Μπορώ να σου μιλήσω μονάχα για εμένα, άλλωστε μόνο εμένα εκπροσωπώ όταν μιλώ. Με κάθε σκηνοθέτη αισθάνομαι άγραφο χαρτί και κάθε μου δουλειά είναι σαν να βγαίνω στη σκηνή για πρώτη φορά. Αυτό δεν νομίζω να αλλάξει ποτέ. Στην πρεμιέρα των «Ωραίων Χρόνων» ήμουν τρακαρισμένη από νωρίς το πρωί. Το στομάχι μου είχε διπλώσει. Έτρεμα. Μιλώντας για τον εαυτό τους κάποιοι μπορεί να λένε «είμαι πολύ μεγάλος για να έχω τρακ και αγωνία». Ε, λοιπόν εγώ λέω «είμαι πάρα πολύ μεγάλη για να μην έχω τρακ και αγωνία». Ακόμα και αν δεν έγινε ποτέ, για να το θυμάμαι, πάει να πει πως έγινε”, είναι μια φράση από το έργο που μετέφρασε ο Σταμάτης Φασουλής. Ωραιοποιήσαμε, τροποποιήσαμε και στρογγυλέψαμε τις γωνίες στις αλήθειες μας, ως Έλληνες; Αυτό “πληρώνουμε”; Η σχέση μνήμης και πραγματικότητας είναι ένα πολύ μεγάλο ζήτημα και ναι, όπως το θέτεις θα έπρεπε να είναι ένα ζήτημα που θα έπρεπε να μας απασχολεί και συλλογικά, ως λαό. Ζήσαμε με μύθους ή να το πω καλύτερα, με παραμύθια. Είχαμε πείσει τους εαυτούς μας πως τα μεγάλα όνειρα ήταν η πραγματικότητα μας. Που σιγά τα όνειρα δηλαδή, χρήμα, καλή ζωή, γλεντοκόπι και «δεν βαριέσαι ρε αδερφέ». Η χώρα αυτή υπήρξε μια τεράστια νυχτερινή πίστα κατάθεσης λουλουδιών. Το κράτος ήταν το κορόιδο που μας έδινε πέντε από την μια τσέπη και του κλέβαμε πενήντα από την άλλη. Το κράτος, δηλαδή εμείς. Κλέβαμε τους εαυτούς μας συνεπώς. Γιατί το κράτος είμαστε εμείς Γιώργο μου. Ε, τώρα η τσέπη που κλέβαμε έκλεισε. Ήρθε η ώρα να πληρώσουμε αυτή την ανακολουθία: να ξοδεύουμε περισσότερα από όσα διαθέτουμε. Ο φασισμός πρώτα μπήκε στη καθημερινότητά μας και έπειτα πήρε μεγάλες διαστάσεις ως ακραία μορφή κόμματος; Ο φόβος απέναντι σε καθετί επαγγελματικά ανώτερο και οικονομικά δυνατότερο, επέφερε ένα είδος φασισμού, στη καθημερινή τριβή μας στις διαπροσωπικές σχέσεις, που ήταν αναμενόμενο να πάρει και διαστάσεις… “Χρυσής Αυγής”; Είναι ένας ιδιότυπος ρατσισμός καταρχάς. Πώς θα καταστρέψουμε τον διπλανό μας, όχι πώς θα γίνουμε δημιουργικοί. Ας πάθει κακό αυτός που έχει πετύχει και δεν βαριέσαι, θα την βρούμε την άκρη οι υπόλοιποι. Σκέψη για δουλειά, για προσπάθεια, για μεράκι καμία. Είναι ένας ρατσισμός που θέλει τους πάντες στο ίδιο «ύψος». Ό, τι περισσεύει να αποκεφαλιστεί για να μην ξεχωρίσει. Καταλαβαίνεις τώρα γιατί τα πιο ταλαντούχα από τα ταλαντούχα παιδιά μας, σε όλα τα επαγγέλματα, μεταναστεύουν. Γιατί σε καμία σοβαρή χώρα δεν είναι περιγέλαστος αυτός που ξεχωρίζει. Αυτό είναι μια εντελώς ελληνική πατέντα: να «θάβεις» τον διπλανό σου για να παρηγορείσαι για την ατυχία σου. Για την «Χρυσή Αυγή» δεν θέλω να κάνω κανένα σχόλιο. Έχω απόλυτη εμπιστοσύνη στην ελληνική δικαιοσύνη.

Ο Γιώργος Μιχαλακόπουλος δήλωσε τη προηγούμενη εβδομάδα πως ” αυτό που ζούμε τώρα δεν υπήρξε ποτέ. Οι εποχές μας ήταν δύσκολες, αλλά δεν θυμάμαι να έχουμε περάσει παρόμοια πράγματα. Στη Χούντα ξέραμε ποιος είναι ο εχθρός. Λέγαμε «έλα ρε πάνω μου!» και ξέραμε απέναντι σε ποιόν ορθώνουμε ανάστημα. Ποιος είναι, τώρα, ο εχθρός; …Ο τραπεζίτης; Η Τρόικα; Τα κέντρα ελέγχου; Ή η υποταγμένη μας κυβέρνηση;”….Συμφωνείτε; Μήπως ο μεγάλος μας εχθρός είναι η έλλειψη παιδείας που μας διακατέχει τις τελευταίες δεκαετίες; Για το πόσοι και ποιοι όρθωσαν ανάστημα στη Χούντα δεν θα μιλήσω εγώ. Τα έχει πει όλα ο Βασίλης ο Ραφαηλίδης, από τους αυθεντικούς μαρξιστές και αγωνιστές της χώρας αυτής. Παραπέμπω εκεί όλους όσους αναζητούν «ορθωμένα αναστήματα». Ο χειρότερος εχθρός μας είναι ο κακός μας εαυτός, που κυριαρχεί εξ ολοκλήρου στην ζωή, στην καθημερινότητα μας. Ξέρεις ποιος είναι ο εχθρός μας Γιώργο; Τα σκουπίδια, οι παράνομες συντάξεις, οι πεθαμένοι συγγενείς που τους εμφανίζουμε για ζωντανούς, οι τυφλοί που βλέπουν μύγα στο χιλιόμετρο, τα αυθαίρετα στις ρεματιές, τα διπλά βιβλία. Με λίγα λόγια η άρνηση να εφαρμόσουμε και να υπακούσουμε στο Νόμο. Ο εχθρός μας είμαστε μόνο εμείς. Το υπογραμμίζω. Μόνο εμείς. Φέτος, είδατε παραστάσεις όπως ο “Ήρωας με παντόφλες”, το “Αγαπητή Έλενα”, ο “Δικηγόρος Ντάροου” και-προς τιμήν σας-δηλώσατε πόσο πολύ σας άρεσαν και πόσο καλές δουλειές είναι. Πολύς κόσμος, στην αντίπερα όχθη, από το κοινό λέει πως πάει θέατρο για να γελάσει. Απλά και μόνο. Δεν έχει χαθεί το νόημα του θεάτρου, όταν ο γνώμονας είναι απλά αυτός; Μα ποιος είπε πως στο θέατρο δεν θα πας και για να γελάσεις. Άλλο το γέλιο άλλο η γελοιότητα. Ο «Ήρωας με παντόφλες» είναι ένα έργο που γελάς. Αλλά είναι και ένα έργο που στο τέλος, όταν φεύγεις, σκέφτεσαι τι σημαίνει «καθήκον». Διότι αυτό είναι το ζήτημα του έργου Γιώργο. Το καθήκον. Το νόημα που εγώ αποδίδω στο θέατρο είναι να φεύγει ο θεατής «πληρωμένος», γεμάτος, είτε γέλασε είτε έκλαψε. Να πηγαίνει στο σπίτι του και να σκέφτεται. Να συζητάει το έργο με τον φίλο του που ήταν μαζί του στην παράσταση. Να προκύπτει ένας διάλογος, ένας προβληματισμός: γιατί, πώς; Το «γιατί» είναι θεμελιώδες πράγμα στο θέατρο. Επίκειται συνεργασία σε κωμωδία που γράφει και θα σας σκηνοθετήσει ο Νίκος Μουτσινάς, το καλοκαίρι ή του χρόνου το χειμώνα. Δεχθήκατε πρόταση, για να είστε ξανά, στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, αν δεν κάνω λάθος τον επόμενο χειμώνα, πρωταγωνιστώντας στον “Αύγουστο”. Δεν επαναπαύεστε και ψάχνετε πάντα τα διαφορετικά είδη έργων και συνεργασιών (σκηνοθέτες, ηθοποιοί, σχήματα, θεσμοί). Είστε πάντα “ανοιχτή”. Θετική σε οτιδήποτε είναι ολοκαίνουργιο! Το “ρίσκο” της χημείας στις συνεργασίες, ποτέ δεν σας φόβισε;

Είμαι ανοιχτή σε κάθε πρόταση, εφόσον αντιμετωπίζει την υποκριτική με σεβασμό, υπευθυνότητα και επαγγελματισμό. Η αλήθεια είναι πως δεν έψαχνα ποτέ και δεν ψάχνω ούτε τώρα. Και αυτό μου βγήκε σε καλό γιατί τα πράγματα έρχονται από μόνα τους, δεν χρειάζεται να τα βιάζουμε. Θέλω να κάνω την κωμωδία με τον Νίκο, δεν ξέρω πότε, γιατί είμαι πολύ κουρασμένη με το δράμα. Σου θυμίζω πως είκοσι χρόνια τώρα παίζω μόνο δράμα. Θέλω να διασκεδάσω λίγο, να γίνω πιο ανάλαφρη. Να ξεχαστώ, ας το πω κ’ έτσι. Με σεβασμό όμως στο θεατή. Αυτό ο σεβασμός θα με απασχολεί συνέχεια, μέχρι να σταματήσω να παίζω θέατρο. Ποια φράση του έργου “Ωραία Χρόνια” στη δεύτερη χρονιά φρεσκαρίσματος προβών, ανακαλύψατε πως έχει κάποιο βαθύτερο νόημα λέγοντας την, που ίσως πέρυσι, δεν την είχατε “εκτιμήσει και δει” τόσο ολοκάθαρα; Δεν είναι θέμα φράσης. Όλο το έργο αποτελεί σε αυτή τη δεύτερη σεζόν μια καινούρια ανακάλυψη για μένα. Έπαιξε σημαντικό ρόλο η ερμηνεία του Βασίλη του Βασιλάκη που βοήθησε σημαντικά να αναδυθεί το χιούμορ στον Πίντερ, γιατί ξέρεις, ο Πίντερ έχει πολύ πλάκα, είναι ένα διαβολόπαιδο που βγάζει την γλώσσα και σε πειράζει. Είναι πειραχτήρι. Και εδώ στην Ελλάδα, στην χώρα του «σε φέρνω στα μέτρα μου», φέραμε ΚΑΙ τον Πίντερ στα μέτρα μας, τον «πνίξαμε» στη μελαγχολία, στο αυτομαστίγωμα, στην απόγνωση, στην κατάθλιψη. Έγινε ο συγγραφέας της διανόησης και η διανόηση απαγορεύεται να χαμογελάει γιατί το χαμόγελο προδίδει ελαφρότητα. Είναι πολύ αστείο όλο αυτό γιατί ο Πίντερ είναι από τους σπουδαιότερους θεατρικούς συγγραφείς αλλά εδώ στην Ελλάδα δυστυχώς οι περισσότεροι δεν τον ξέρουμε γιατί αποφασίσαμε να ξέρουμε έναν Πίντερ κομμένο και ραμμένο στις εμμονές μας.

Πηγή

Via


Νεότερη Παλαιότερη